του Βασίλη Γεωργιάδη σε σενάριο του Ιάκωβου Καμπανέλλη
του Κώστα Λάβδα
Η έβδομη ημέρα της δημιουργίας σε σκηνοθεσία του Βασίλη Γεωργιάδη, εμφανίστηκε στις κινηματογραφικές αίθουσες τον Ιανουάριο του 1967.Το σενάριο είναι του Ιάκωβου Καμπανέλλη, ο οποίος διασκεύασε το ομώνυμο δικό του θεατρικό έργο του 1955[1]. Γραμμένο όταν το πένθος της μεταπολεμικής εμφύλιας συμπλοκής είναι ακόμη νωπό, οι δυνατότητες για δράση είναι ακόμη περιορισμένες, η δυναμική όμως των εξελίξεων φαντάζει απεριόριστη. Η σύγκρουση μεταξύ του βιούμενου και του εν δυνάμει να βιωθεί, προκαλεί στη μερίδα των λιγότερο προνομιούχων νέων, την πληγή της ματαίωσης και την αίσθηση των εξόριστων στον τόπο τους, όταν η εποχή μοιάζει να τους προσπερνά, τοποθετώντας τους σε μια θέση πολύ διαφορετική απ’ αυτή των ονείρων τους.
Το έργο αναπτύσσεται γύρω από τον κεντρικό ήρωα, τον Αλέκο, ο οποίος γυρνώντας από φαντάρος αντιδρά στην ιδέα να ακολουθήσει την ταπεινή διαδρομή της ζωής του πατέρα του. Επηρεασμένος από το γενικότερο αναπτυξιακό πνεύμα της εποχής φαντασιώνεται έναν εαυτό που εντάσσεται σε αυτήν ηγετικά. Η φιλοδοξία του όμως αυτή προσκρούει στην πραγματικότητα της έλλειψης κατάρτισης. Απέναντι στην οικονομική εξαθλίωση, που προκύπτει από την ανεργία (καθώς αρνείται να κάνει δουλειές που θεωρεί κατώτερες των υποτιθέμενων ικανοτήτων του), καταφεύγει σε έναν πλαστό κόσμο ψεμάτων, στο χτίσιμο του οποίου συνέτεινε αποφασιστικά και η γυναίκα του. Αυτή η ψεύτικη κατασκευή καταρρέει, όταν λαμβάνει χώρα η έξωσή τους από το σπίτι τους, εξαιτίας της πολύμηνης αδυναμίας πληρωμής του ενοικίου. Τότε ο Αλέκος αναλαμβάνει την ευθύνη της πραγματικότητας, πιάνοντας δουλειά ως οικοδόμος. Ωστόσο, μια στιγμή ρεμβασμού, γέννημα της εσωτερικής του διελκυστίνδας ανάμεσα στη νέα του συμβιβασμένη συνθήκη και στα ταπεινωμένα όνειρά του, θα αποβεί μοιραία.
Σύνδεση του έργου με σημερινές κοινωνικές συνθήκες κι αντιλήψεις
Η έβδομη ημέρα της δημιουργίας επιχειρεί να χαρτογραφήσει μια εποχή και να σκιαγραφήσει τις αγωνίες και τα αδιέξοδα μιας γενιάς που επιθυμεί να λάβει μέρος δημιουργικά σ’ αυτό τον πυρετό προόδου και ανάπτυξης που ακολούθησε μεταπολεμικά. Η πρόσβαση της γενιάς αυτής μέσω του ραδιοφώνου, αλλά και του κινηματογράφου στην πληροφορία αυτού του δημιουργικού αναβρασμού, δυναμιτίζει την επιθυμία μετοχής σε αυτόν. Στις περισσότερες όμως των περιπτώσεων και ειδικά σε χώρες μικρές σαν την Ελλάδα, η πραγματικότητα δεν είναι ικανή να στηρίξει την πραγμάτωση αυτής της επιθυμίας[2]. Η μετέωρη επιθυμία βρίσκει διέξοδο μετουσιωμένη σε βία ή σε κατάθλιψη. Ο άνθρωπος και ειδικά ο νέος βιώνει μια αδυναμία άντλησης ικανοποίησης από τη ζωή, εφόσον αυτή λόγω της καπιταλιστοποίησης της κοινωνίας έχει καταντήσει καταναλωτικό είδος ή λάφυρο. Η ψυχική αυτή κατάσταση περιγράφεται χαρακτηριστικά στο μνημειώδες τραγούδι των Rolling Stones Ι can’t get no satisfaction.
Ένα άλλο τραγούδι των τελών της δεκαετίας του ’60 έρχεται και συνδέει αυτό το αίσθημα του ανικανοποίητου με το σήμερα. Οι King Crimson τραγουδούν προφητικά στο πρώτο τραγούδι του άλμπουμ τους In the court of the Crimson King, για τον 21st Century schizoid man. Ο σχιζοειδής άνθρωπος του 21ου αιώνα γεννήθηκε τη δεκαετία του ’60, πάνω στα συντρίμμια της αυλής, και είναι αυτός που μετέχει δύο πραγματικοτήτων. Η μία είναι αυτή που ορίζεται από την ρεαλιστική συνθήκη του εκάστοτε τόπου, χρόνου και προσώπων. Η άλλη είναι η σκηνοθετημένη από τον ίδιο, ζωή του προφίλ του στον εικονικό κόσμο των κοινωνικών δικτύων. Ο καπιταλισμός ως τρόπος ύπαρξης και νόησης του κόσμου θέτει ως κριτήριο ελευθερίας τη δυνατότητα πρόσβασης στην πολλαπλή επιλογή. Όπως περίτρανα αποδείχτηκε ήδη από τη δεκαετία του ’60 και πολύ εναργώς σκιαγραφείται στην Έβδομη ημέρα της δημιουργίας, η όντως πρόσβαση στην επιλογή, παρόλο που διαλαλείται ως κεκτημένο δικαίωμα και εν εκ των ουκ άνευ προνομίων, στην πραγματικότητα είναι μια χίμαιρα ή ένα “καρότο” για τους πολλούς. Οπότε στον 21ο αιώνα ο καπιταλισμός καταφέρνει να “δώσει λύση” σε αυτό το έλλειμά του και να “πραγματώσει” τον “εκδημοκρατισμό” αυτής της υπεσχεμένης πρόσβασης. Και το κάνει στον εικονικό κόσμο του διαδικτύου. Η κοινωνία του θεάματος εισβάλλει στην πραγματική ζωή και με όχημά της τη ναρκισσιστική μας ανωριμότητα, γιγαντώνει έτι περισσότερο την επιθυμία και αξιώνει συνειδησιακή pax romana.
Η σχιζοειδής αυτή κατάσταση καλλιεργεί μία αναπηρία όσον αφορά στην ευχαριστιακή θέαση τη ζωής που δεν προϋποθέτει την άντληση ικανοποίησης αλλά την υπεύθυνη κοινωνικά μετοχή στην χαρά του Άλλου. Ο κάθε άλλος πλέον, ως -όχι και πολύ διαφορετικές- προβολές του εγώ, θεσπίζουν μία σύναξη αυτισμών, ανίκανης να παραγάγει όντως κοινωνία. Η μετανάστευση των νέων και τότε και τώρα στις χώρες του Α΄ Κόσμου υποδαυλιζόμενη από ένα καλά μεταμφιεσμένο σύνδρομο της Στοκχόλμης, εμφορείται από το νόστο για μια πατρίδα που δεν υπήρξε ποτέ και ούτε θα υπάρξει. Όλο κι όλο αυτό που υπάρχει είναι αυτό που είναι κι αν απαντηθεί φιλότιμα το ερώτημα «-το τίποτα είναι κάτι;», τότε θα υπάρξει μια αρκετά στέρεα (τουλάχιστον τίμια) βάση για να αρθρώσει κανείς ανερυθρίαστα: -επιθυμώ.
[1] Γ. Σολδάτος, σ. 69.
[2] Ι. Καμπανέλλης, σ. 17.