από την επικράτεια (πλήρους επικράτησης) του ψευδώς αληθινού
του Κωνσταντίνου Μεϊντάνη
(Ξε)χάσαμε τον άνθρωπο πίσω —ή πέρα— από την οθόνη. Μέχρι κι οι ευχές μας για ό,τι κάποτε μάς γέμιζε χαρά ψηφιοποιήθηκαν. Άλλη «αναβάθμιση» της ζωής μας κι ετούτη! Μια οθόνη η ζωή μας, όπου προβάλλουμε την ιδεατή εικόνα μας. Για να… προσβάλλουμε κάθε στιγμή την πιο βαθιά αλήθεια της.
Κάθε συναίσθημα και «like». Κάθε στιγμή, αναλόγως του τρόπου παρουσίασής της στο φωτερό σκοτάδι ενός μικρού ή μεγαλύτερου ηλεκτρονικού πλαισίου, κλιμακώνεται από το προσωπάκι της έκπληξης ή του τεχνητού γέλιου μέχρι την καρδούλα. Ή κι ακόμα πιο τρυφερά ή πονετικά, προσωπάκι – καρδούλα – αγκαλίτσα.
Τι εκφραστικά που είναι τ’ άτιμα! Ενώ δεν έχουν μύες προσώπου, κλαίνε ή γελάνε ή κλείνουν το μάτι μόνο μ’ ένα «κλικ» επιλογής εκφράσεων. Και «λένε» όσα εσύ που τα «διευθύνεις» δεν μπορείς, ή δεν θέλεις, να πεις.
Πώς να πεις το δάκρυ; Με πόσες λέξεις το χαμόγελο; Με τι τρόπο την έκπληξη ή τον θυμό; Άσε πια την αγάπη, όπως στα emoji ή στα emoticon συ-μπλέκεται με το απείκασμα του έρωτα (ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων). Αναλόγως των MB που έχεις, και την υψηλή ή όχι ευκρίνεια της άλλης οθόνης που δέχεται τόσο άμεσα, ακαριαία σχεδόν, τα νεύματα, τα δείγματα ανταπόκρισης ή τα «δήγματα» απόμακρης σιωπής, της δικής σου. Χειριστές ή ακόμα χειρότερα «χρήστες» μέσω απτών ή άυλων κουμπιών. «Χρήστες» της ζωής μας (ή κάτι τέτοιο, τέλος πάντων).
Διαμελισμένης. Να το πούμε και πιο καλλιτεχνικά; Παίζοντας με την ομοηχία ή την παρήχηση των λέξεων, και εμπαίζοντας σιωπηλά το νόημά τους, έτσι για θήρευση των εντυπώσεων. Άλλωστε, θηρευτές απηνείς, θύτες συνάμα και θύματα (ή και αθύρματα πολλές φορές), εντυπώσεων δεν είμαστε; Δημιουργοί και καταναλωτές. Γιατί… όσα «ξέρει» η οθόνη μας, δεν τα ξέρει ο κόσμος όλος. Ιδού αναβάθμιση της παλαιάς παροιμίας, για να έρθει στα μέτρα της εικονικής μας πραγματικότητας!
Ζωή λοιπόν «διαμελισμένη». Ή «διατονικά μελισμένη», όπως το λένε οι θεωρητικοί της Μουσικής στις αναλύσεις τους. Σε τόσους τόνους, και κλιμακωτά. Από τη σιωπηλή πίκρα μπρος στο τίποτα έως την πνιγμένη οιμωγή μπρος στην αποχαυνωμένη απελπισία. Η ζωή «μας». Όπως την κατακερματίσαμε, αφήνοντάς την ανυπεράσπιστη στο ανυπόστατο της πολυδαίδαλης εικονικότητας…
Κι όμως. Αυτό κι αν είναι αγνωμοσύνη! Τι περισσότερο θες, λοιπόν; Σκέψου πόση ατελεύτητη ευτυχία αναβλύζει, μα την αλήθεια, από τα προσφερόμενα «unlimited data». Και μάλιστα για ένα ολόκληρο Σαββατοκύριακο;! Σαράντα οκτώ ώρες —όχι αστεία!— μέρα και νύχτα, μοναξιά φωτισμένη καίρια και εμποτισμένη πλέρια απ’ το αφιόνι μιας απόμακρης αμεσότητας. Και τόσο λιγωτικής που δεν την χορταίνεις στην τοξικότητά της.
Βολεύουμε συναισθήματα. Ακόμα και με αρκτικόλεξα ολόκληρων φράσεων, που φτάνουν σε δυσθεώρητα ύψη θρησκευτικής εξομολογητικότητας (OMG!). Μόνον χάρη σε οπτικές ίνες. Και μολεύουμε ψυχές. Σε καταιγισμό από «bites». «Μπουκίτσες»-ψίχουλα. Ρικνές. Κι όμως, αφανώς ολόγιομες με πόθο τόσο άφταστης πλέον ειλικρινούς ανθρώπινης ζωής. Πεινάμε, διψάμε τη ζωή, τη ζεστασιά της. Και αφηνόμαστε στα ηλεκτρονικά ψίχουλα της αναπαράστασής της σε υψηλή ευκρίνεια.
Άσε πια την συμπόνια! Εκεί ξανοίγεται άλλη αχανής επικράτεια που τόσο ειρωνικά επικροτεί τη συναισθηματική μας λοβοτομή. Και επικρατεί σθεναρή πάντοτε στην παγερότητά της.
Συλλογιέσαι καμιά φορά, αν σου έρθει έξαφνα «φλασιά» αυτεπίγνωσης, όταν τυχόν κλείσεις λίγο τα μάτια από την οπτική κόπωση και τρίψεις με τον αντίχειρα και τον δείκτη το σημείο μεταξύ των ματιών πάνω λίγο πριν τη μύτη, αναρωτιέσαι πόσο μπορεί το λεγόμενο πολικό ψύχος να είναι πιο σαρωτικά τσουχτερό για το δέρμα απ’ όσο είναι (λες; Σοβαρά τώρα…) το ψηφιακό ψύχος για την υγεία της ψυχής.
Πολύ κρύο, διάολε, και είναι κι έρημος φλογωμένη, ηλεκτρονική! Ακόμα κι η μπαταρία ζεσταίνεται, αλλά… κρύα έρημος. Βρίσκεσαι απομονωμένος, «στο μέσον του πουθενά».
Έτσι δεν λέγανε κάποτε το να μην γνωρίζεις πού βρίσκεσαι; Ή πού έχεις φτάσει; Αλάνθαστο το GPS της ανθρώπινης καρδιάς μας. Άντε τόλμα όμως να το «χρησιμοποιήσεις». Να το λάβεις υπόψιν σου, και να δεις τότε το πώς θ’ αρχίσει να τρέμει το σήμα…
Δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό το όποιο μέσον. Όταν υπηρετεί όμως έναν σκοπό. Το κακό σηκώνει κεφάλι σα φίδι δηλητηριώδες όταν το μέσον, με τη σημασία που του δίνουμε, αναχθεί σε αυτοσκοπό. Ή, ακόμα συνθλιπτικότερα, όταν καταστεί αυταξία.
Τι είδους φτήνια έφτασε να πνίξει σχεδόν τα πάντα γύρω μας… Και μέσα μας, πτώχευση. Να πούμε «χρεωκοπία»; Ή μήπως πρόκειται για μια ακόμα δημοκοπία των καιρών μας; Σαν «κόπια» αγανάκτησης, για το συντελεσμένα απολεσθέν;
(«Απολεσθέν» — τί ’ν’ πάλι τούτο; Γιατί το κοκκινίζει έτσι ο κορέκτορας; Την ντρέπεται τη λέξη ή δεν τη γνωρίζει; Άλλος αυτός κι ελόγου του! Βγάζει εναλλακτική επιλογή λέξης το «απολύω» ή, να τώρα ακόμα ευστοχότερα, το «απολυμένος». Ευτυχώς, βάζει κι ερωτηματικό. Αυτός το ’χει πιάσει το νόημα μάλλον. Μ’ άλλον τρόπο. Σαν να γνωρίζει την εννοιακή λειτουργικότητα του ερωτηματικού. «Παίζει» —ή «μπάζει»— πολλή αβεβαιότητα, ακόμα και στο πληρέστατα οργανωμένο ψηφιακό σύμπαν. Για φαντάσου…).
Συντελεσμένα «απολεσθέν», λοιπόν. Έτσι, στο ουδέτερο. Αν το ενδιαφέρον είναι αυτό που δηλώνει κι η ίδια μορφή της λέξης («εν-διαφέρον», το ένα που διαφέρει, επομένως ελκύει την προσοχή προς αυτό) και το αδιάφορο, πάλι σαν μορφική έκφραση της λέξης («α-διάφορο», αυτό που δεν διαφέρει από κάτι άλλο, δεν διαφοροποιείται, επομένως δεν αξίζει, ούτε χρειάζεται, να το προσέξεις, να του δώσεις σημασία), τότε τι στο καλό να ’ναι αυτό το «απολεσθέν» ως ουδέτερο;
«Ούδ’ έτερον» («ουδέν έτερον»), ίσως; Τίποτε το διαφορετικό. Ούτε «ενδιαφέρον» ούτε «αδιάφορο». Ένα κενό, ανάμεσα στα δύο. Για σκέψου… Μπροστά στα μάτια μας το νόημα και δεν βλέπουμε. Απλώς κοιτάμε. Σε ψηφιακότητα υψηλής ευκρίνειας.
Αυτό που έχει απολεσθεί λοιπόν, αυτό που έχει χαθεί, είναι τελικά κάτι το οποίο… δεν υπάρχει. Και πόσο πληκτικό να λες με τέτοιον τρόπο κάτι που μοιάζει εκπληκτικό.
(Μπα! Πάλι καλά. Δεν «κοκκίνισε» ούτε το ένα —της πλήξης— ούτε το άλλο —της έκπληξης— ο κορέκτορας. Παράξενο. Μήπως «κόπηκε» η σύνδεση στο WiFi;)
Είναι κάπως αδύναμο το σήμα σε ορισμένες περιπτώσεις στην κανονική πραγματικότητα. Τι να δεις, πώς, και τι να πεις, κάπως; Και είμαστε πολλοί οι χρήστες στην τόσο εύκρατη επικράτεια, πηχτής μοναχικής σιωπής, του εικονικού. Καταχραστές της ζωής ως χρήστες της οθόνης.
Άσ’ το, καλύτερα. Πάτα «enter» και μετά «βγες». Με δυο απλές κινήσεις. «Log out»…

Όπως καθένας μας διαπιστώνει κάθε τόσο οι γευστικές εμπειρίες της παιδικής μας ηλικίας προσδιορίζουν ακόμη και τις μελλοντικές μας γευστικές προτιμήσεις. Παραμένουν ισόβια προσκολλημένες στη μνήμη μας, ως πείσμονες πεταλίδες, τόσο που είναι αδύνατον να τις διαγράψει κανείς, αδύνατον να τις απαρνηθεί! Ειδικά οι άντρες!
