
Μαζί με την αξιοπιστία της δημοσιογραφίας μειώνονται και τα σημεία πώλησης όσου Τύπου μας απόμεινε. Κυριαρχούν στην ενημέρωση (λέμε τώρα) οι οθόνες. Πώς συντηρούνται τόσα Μέσα είναι ένα ερώτημα που κατά προτεραιότητα θα έπρεπε να απασχολεί τις υπηρεσίες οικονομικού εγκλήματος. Δεν τις απασχολεί, διότι οι άνθρωποι δεν προλαβαίνουν από το κυνήγι εκείνων που διακινούν τυρόπιτες χωρία να κόβουν αποδείξεις. Έχουμε τεράστια πληροφόρηση αλλά ελάχιστη ενημέρωση.
Πώς γίνεται και μετά τη θανάτωση τόσων γαλακτοφόρων ζώων έχουμε επάρκεια φρέσκου γάλατος, μόνο… οι εισαγωγείς του το ξέρουν! Η… ερευνητική μας δημοσιογραφία δεν ασχολείται με αυτά.
Συμπονούμε βαθύτατα τους εργαζόμενους που παλαιότερα στήριζαν την Αλλαγή και ήλεγχαν την εξουσία, μιας και κατέληξαν να την υπηρετούν – όχι την Αλλαγή, την άλλη.
Τα δύσκολα τα αναθέτει σε πρώην συζύγους πρώην αστυνομικών ή με απευθείας αναθέσεις σε συνταξιούχους αστυνομικούς που έχουν ελεύθερο χρόνο.
Ο κ. Χατζηνικολάου είναι, λένε, σοβαρός δημοσιογράφος. Δεν το γνωρίζουμε αυτό. Εμείς τον μάθαμε σαν οικοδεσπότη ενός Αχιλλέα Μπέου που δεν έχει, λέει, σεξουαλικές προκαταλήψεις.
Η τηλεθέαση ως τζόγος! Διότι εκεί που βλέπεις την ενημερωτική -λέμε τώρα- εκπομπή σου, ο παρουσιαστής κληρώνει πακέτα χρημάτων, αυτοκίνητα, σπίτια και οικοσκευές. Αφού δεν βλέπουμε προκοπή ως εργαζόμενοι, ας δοκιμάσουμε ως παίκτες τυχερών παιχνιδιών. Στο ΕΣΡ όλοι καλά; Τρίκαλα.
Η ιστορία με τις ημιπαράνομες επιχειρήσεις που καταπάτησαν και εμπορεύτηκαν ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες (δηλαδή δημόσιο χώρο) μας βεβαιώνει ότι η νομιμότητα δεν αφορά τα νεόπλουτα λιγούρια που τις κατέλαβαν. Αυτοί που θα έπρεπε να τους ελέγχουν πολιτικά είναι… μουσαφίρηδές τους!
Η χώρα εξακολουθεί να παράγει σε πλεόνασμα μάγειρες, μοντέλα και τραγουδιστές, όσο οι υπεύθυνοι των καναλιών ετοιμάζουν τα εορταστικά τους προγράμματα έχοντας την πεποίθηση ότι η χώρα είναι πίστα κι χωρικοί σκυλάδες.


Ο Τζούλιαν Ασάνζ ήτανε νιός και γέρασε. Κακογέρασε για την ακρίβεια από
φυλακή σε φυλακή.
Στη νεότητά του μάλιστα ο Ασάνζ απέσπασε πολλές διακρίσεις για την προσφορά
του στην δημοσιογραφία! Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα έπρεπε να γυρνάει
χαμογελαστός α και χειροκροτούμενος πό βράβευση σε βράβευση και από
πανεπιστήμιο σε πανεπιστήμιο. Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μεγάλωνε,
τουλάχιστον, δίπλα στο παιδί του κι όχι σε φυλακές υψίστης ασφαλείας.
Αλλά οι συνθήκες δεν είναι φυσιολογικές, όπως δεν είναι φυσιολογικές και οι
διώξεις του, που άρχισαν το 2010, και που τελειωμό δεν έχουν – όπως και τα
προσχήματα γι’ αυτές.
Ο Ασάνζ, απ’ όσο γνωρίζουμε, δεν βρέθηκε στις φυλακές επειδή διέπραξε
εγκλήματα αλλά επειδή κατήγγειλε εγκλήματα! Κι όχι μόνο τα κατήγγειλε αλλά εν
συνεχεία αρνήθηκε και να τα κουκουλώσει! Τέτοια και τόση στραβοκεφαλιά! Και το
πιο σκανδαλώδες: δεν μίλησε μόνο για την διαφθορά αλλά και για τους φόνους που
διαπράχθηκαν στο σεπτό όνομα της μητροπολιτικής Δημοκρατίας μας.
Η «Δημοκρατία» μας όμως λειτουργεί, όπως φαίνεται, με όρους μαφίας: δεν
συγχωρεί όσους της χαλάν την μόστρα. Και ο Ασάνζ της την χάλασε. Και δεν του
χαρίστηκαν για να μην ξεστρατίσουν στο κατόπι του κι άλλοι και αρχίσουν και
κελαηδάν και ζητάν εξηγήσεις και άλλα ενοχλητικά από αυτούς που έχουν και το
μαχαίρι και το πεπόνι.
Τα υπόλοιπα που οι κήνσορες ξεδιάντροπα επικαλούνται για την ελευθεροτυπία
–όπως και τόσες άλλες δυτικές αξίες– είναι βερεσέ πασατέμποι, ρητορικές
ασκήσεις για δικαιολογηθούν τα αδικαιολόγητα.
Η φίμωσή του Ασάνζ έχει μια όλως θεσμική κάλυψη. Και η υποκρισία περί τον
Ασάνζ έχει μια όλως δημοσιογραφική. Εντάξει, οι πολιτικοί και οι πράκτορες
έκαναν αυτό που θεωρούν δουλειά τους. Είναι όμως δουλειά της δημοσιογραφίας να
τους κρατάει το φανάρι;
Μάλλον όχι, αν και όλοι μισοξέρουμε, ακόμη και στο βαλκανικό χωριό μας,
ποιοι κάνουν κουμάντο στον χώρο. Κάτι μεγαλοεργολάβοι που τον ελεύθερο χρόνο
τους υπηρετούν την «ενημέρωση». Και κάποια πρωτοπαλλήκαρά τους, που με το
αζημίωτο τους τρέχουν τα μαγαζιά. Οι πολλοί υπόλοιποι, αυτοί της γαλέρας, πήραν
το μάθημά τους, πήραν και το μηνιάτικό τους κι επειδή κάπως πρέπει να ζήσουν, ζουν
σιωπώντας.
Όλα τα παραπάνω τα επισημαίνουμε επειδή κατά την κρίση μας δεν αφορούν μόνο
τον Ασάνζ ή μια επαγγελματική συντεχνία. Όλα τα παραπάνω μας αφορούν όλους. Και
μας αφορούν όλους γιατί αφορούν την ενημέρωσή μας και την ποιότητά της.
Όσο για τον κακότυχο Ασάνζ, αυτός εικάζουμε ότι όχι μόνο θα γίνει ορατός στο
άμεσο μέλλον αλλά κι ότι θα δοξασθεί από τα μέσα μαζικής εξημέρωσης. Αφού δεν
δοξάσθηκε διωκόμενος, θα δοξασθεί σαν «τελειωμένος». Θα δοξασθεί επειδή πλέον θα
σιωπά.
Όπως ακριβώς δηλαδή κάνουν και οι «συνάδελφοί» του εδώ και πολλά χρόνια.
κοινός τ[ρ]όπος, τ. 1.