του Γιάννη Ματθαιουδάκη
Αντέχουν οι κοινότητες; Ή μήπως λυγίζουν, όπως τα πέτρινα σπίτια που εγκαταλείφθηκαν και σιγά-σιγά χορταριάζουν; Το ερώτημα δεν είναι αφηρημένο· συναντιέται στα χωριά της Κρήτης και σε όλη την επαρχία μας, εκεί όπου οι μνήμες στέκουν πιο πολλές από τους κατοίκους, κι όπου το καφενείο μένει ανοιχτό για τρεις-τέσσερις, ενώ άλλοτε βούιζε από φωνές. Οι κοινότητες κράτησαν τον ρυθμό της ζωής για αιώνες· μοιράστηκαν τον μόχθο και το γλέντι, την απώλεια και την παρηγοριά. Σήμερα όμως, με τον άνεμο της ομογενοποίησης να σαρώνει συνήθειες και ιδιαιτερότητες, τίποτα δεν είναι αυτονόητο. Υπάρχουν ακόμη οι όροι για αυθεντική λαϊκή δημιουργία; Ή οι ίδιες οι λέξεις «παράδοση» και «κοινότητα» κινδυνεύουν να μείνουν άδειες, όπως οι ξερολιθιές που στέκουν αλλά δεν στηρίζουν πια κανέναν;
Η ιστορία δεν είναι καθησυχαστική. Ήδη από τη δεκαετία του ’80, οι πόλεις του νησιού φούσκωσαν με αυθαίρετες οικοδομές, ο εύκολος πλουτισμός στόλισε βιτρίνες και σαλόνια, τα γλέντια γέμισαν μικροφωνικές και πλαστικό κιτς, η μαντινάδα συχνά κατέληξε σε ρηχή ρίμα, γυαλιστερή αλλά κούφια. Για πολλούς, εκεί κρίθηκε η μάχη· η λαϊκή δημιουργία χάθηκε μέσα στη φασαρία της κατανάλωσης. Όμως μια πιο προσεκτική ματιά δείχνει πως όλα αυτά ήταν φαινόμενα επιφανειακά. Ο ψυχισμός που γεννάει τραγούδι και κοινότητα δεν σβήνει με λίγη επίδειξη. Σαν το νερό που βρίσκει πάντα χαραμάδα να κυλήσει, έτσι κι η λαϊκή φωνή επιμένει, ακόμη κι αν καμιά φορά πνίγεται μέσα στο θόρυβο.
Η Κρήτη βγήκε από τους πολέμους και τον εμφύλιο με φτώχεια βαριά. Μαζί με την Ήπειρο και την Ευρυτανία ήταν από τις πιο άγονες περιοχές της χώρας. Χιλιάδες μετανάστευσαν· άλλοι στην Αμερική και στον Καναδά, άλλοι στην Αυστραλία, άλλοι στη Νότια Αφρική. Κι όμως, ο Οδυσσέας πάντα γυρεύει την καμινάδα του σπιτιού του. Πολλοί γύρισαν, έφεραν λίγα χρήματα, μια μηχανή, έναν καινούργιο τρόπο καλλιέργειας. Τα μεσογειακά προγράμματα της δεκαετίας του ’80 κράτησαν κόσμο στην ύπαιθρο, οι αγροτικές επιδοτήσεις έδωσαν μια ανάσα, τα πανεπιστήμια ανέβασαν το μορφωτικό επίπεδο. Ο τουρισμός έφερε επενδύσεις και νέες δουλειές. Το βιοτικό επίπεδο ανέβηκε.
Κι όμως, η μνήμη της φτώχειας δεν ξεχνιέται. Τα χαλάσματα στις άκρες των χωριών, οι ανεμογεννήτριες πλάι σε μισογκρεμισμένα αλώνια, οι σκουριασμένες καρότσες που μένουν στα περιβόλια· όλα θυμίζουν πόσο πρόσφατη είναι η αλλαγή, πόσο εύθραυστη. Ό,τι μοιάζει σήμερα υπερβολικό ή κιτς, ίσως δεν είναι παρά μια εκτόνωση μετά από δεκαετίες στέρησης. Η μίμηση των προνομιούχων, το κυνήγι της επίδειξης, δεν έχουν βαθιές ρίζες. Είναι παρένθεση, όχι κατάληξη.
Ο μεγάλος κίνδυνος δεν είναι εκεί· είναι στη νοοτροπία που μετρά τα πάντα με αριθμούς. Όταν η ζωή γίνεται πίνακας εξόδων κι εσόδων, χάνει το κάλλος της. Το χρήμα, δύναμη κινητική, υποτάσσει τον χώρο στον χρόνο: τρέχουμε διαρκώς, χωρίς να προλαβαίνουμε να σταθούμε κάπου. Στην Κρήτη αυτό φαίνεται καθαρά: δίπλα σε πολυτελή ξενοδοχεία στέκουν ακόμη τα χειμαδιά, κι ο βοσκός που κατεβαίνει με τα γίδια του συναντά το λεωφορείο που ξεφορτώνει τουρίστες με φωτογραφικές. Η κοινωνία του «πρέπει» και του «οφείλεις» ζει δίπλα στην οικονομία του «έχω» και του «μπορώ».
Ο τουρισμός, λέει ο Αγκάμπεν, μοιάζει με εκκοσμικευμένο προσκύνημα. Μόνο που ο τόπος χάνει τη ιερότητά του και γίνεται προϊόν. Ο ξένος δεν έρχεται να συμμετάσχει, έρχεται να καταναλώσει. Η παράδοση μετατρέπεται σε θέαμα· το ριζίτικο σε νούμερο για τουριστική ταβέρνα. Κι όμως, κι εδώ μένει ένα περιθώριο. Γιατί όσο κι αν αλλοιώνεται η μορφή, η ανάγκη για κοινό ρυθμό, για τραγούδι που να δένει τους ανθρώπους, δεν χάνεται.
Η κρίση νοήματος που ζει ο σύγχρονος κόσμος δεν άφησε ανεπηρέαστη την Κρήτη. Οι μεγάλες αφηγήσεις, θρησκευτικές ή ιδεολογικές, κατέρρευσαν· η εικόνα και η κατανάλωση έγιναν κενά σύμβολα. Μα η δίψα για υπέρβαση, η ανάγκη για κοινά νοήματα, επιστρέφει επίμονα. Ο διαφωτισμένος κόσμος καμάρωνε για τις λογικές του κατασκευές· σήμερα βλέπει αυτές τις αξίες να μένουν μετέωρες. Κι ίσως ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα είναι που καλεί την παράδοση να ξαναμιλήσει.
Η επιστήμη έφερε άλματα μεγάλα. Μάθαμε να βλέπουμε βαθύτερα, να μετράμε με ακρίβεια, να προβλέπουμε. Μα κάθε γνώση ανοίγει κι έναν νέο ορίζοντα άγνοιας. Ο άνθρωπος δεν βρίσκει την παρηγοριά που ζητά. Γι’ αυτό γυρίζει ξανά στον λόγο που μοιράζεται, στο τραγούδι που θυμάται.
Η παράδοση δεν είναι κλείσιμο· είναι ισορροπία. Οι καλύτεροι ποτέ δεν σκέφτηκαν να χτίσουν τείχη για να αποκλείσουν τον ξένο. Οι Μινωίτες το ήξεραν: ανοιχτοί στις επιρροές, αλλά με ρίζες βαθιές. Ο Σεφέρης μας προειδοποίησε: ένα μέρος του παρελθόντος πεθαίνει κάθε στιγμή και μας μολύνει αν κολλήσουμε πάνω του με υπερβολική αγάπη· ένα άλλο μένει ζωντανό και το χάνουμε αν το καταφρονήσουμε. Χρειάζεται μέτρο· χρειάζεται ο διάλογος του παλιού με το νέο.
Έτσι προχωρά η παράδοση: παίρνει τα ξένα και τα κάνει δικά της. Όπως η λύρα μας που πήρε σχήμα δυτικού βιολιού, μα κράτησε τον ήχο της. Όπως ο Κορνάρος που έγραψε τον «Ερωτόκριτο» παντρεύοντας επιρροές χωρίς να χάσει την τοπική φωνή. Όπως ο Ρος Ντέιλι και ο Ψαρογιώργης, που σήμερα ανοίγουν νέες μουσικές διαδρομές, χωρίς να προδίδουν το μέτρο και τον ρυθμό του τόπου. Ο Έλιοτ όρισε καίρια τα παραπάνω και μαζί την έννοια της παράδοσης ως «ταυτόχρονη τάξη που προσαρμόζεται σε κάθε νέα καινοτομία».
Ένα παράδειγμα ακόμα από τη μαντινάδα: όταν οι ακτίνες Χ, από ανακάλυψη της Φυσικής πέρασαν στην απεικονιστική ιατρική, τις σημερινές ακτινογραφίες, ο μαντιναδολόγος Δερμιτζογιάννης σκέφτηκε αμέσως να τις αξιοποιήσει για να δει την καρδιά της αγαπημένης του. «τα μάθια μου ’χουν Ρέντγκεν ακτίνες και περνούνε / κι ότι κι αν κρύβεις στην καρδιά μικρή μου το θωρούνε». Κι όταν ο Ήφαιστος, κατά τον μύθο, κατασκεύασε τον δικό του άνθρωπο, ο θεός Μώμος τον επέκρινε ακριβώς για τον ίδιο λόγο, γιατί δεν άφησε ένα παράθυρο στην περιοχή της καρδιάς να βλέπουμε τις σκέψεις του. Σε μια «μαγική» λύση η μαντινάδα λέει: «έγινε ο μπέτης σου γυαλί και φαίνεται η καρδιά σου / και δείχνει η αγάπη ψεύτικη, κρίμα στην ομορφιά σου». Σε κάθε εποχή δηλαδή, κοινή αγωνία η ειλικρίνεια των αισθημάτων. Τα μέσα αλλάζουν. Η παράδοση είναι ένας αυτοεξελισσόμενος κύκλος, ένα έργο εν προόδω. Δεν υπάρχει «τελική μορφή». Κάθε εποχή προσθέτει τον κρίκο της στην αλυσίδα. Όταν ο στίχος πλάθεται ξανά, όταν η μαντινάδα γεννιέται από το στόμα του λαού, δεν έχουμε ανάμνηση αλλά ζωή. Όπως σε κάθε γλέντι οι παραλλαγές είναι το αλάτι· η καλή αλλοίωση που γίνεται απόδειξη ζωτικότητας.
Αντέχουν λοιπόν οι κοινότητες; Ίσως η ερώτηση να μην έχει οριστική απάντηση. Αντέχουν όσο συνεχίζουν να μεταμορφώνονται. Όσο δεν προσπαθούν να κρατήσουν το παρελθόν απολιθωμένο, αλλά το αφήνουν να γίνει γέφυρα με το παρόν. Για όσο τρεις γενιές θα κάθονται στο ίδιο τραπέζι μιας εσωτερικής αυλής. Η παράδοση καινοτομεί ασταμάτητα· όχι γιατί θέλει να «εκσυγχρονιστεί» αλλά γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Είναι η ίδια η αναπνοή της κοινότητας.