Εἶναι, νομίζω, ἀκατόρθωτο κι ὄχι ἁπλῶς δύσκολο νά ὁριστεῖ ἡ ἀγάπη τῆς μάνας γιά τό σπλάχνο της. Διότι αὐτό εἴμαστε. Σπλάχνα. Εἴμαστε κομμάτια μιᾶς γυναίκας πού τήν ἀποκαλοῦμε «μάνα» καί τό βλέμμα της μᾶς συντρέχει διά βίου. Πού ὁ ἴσκιος της μᾶς δροσίζει διά βίου.
Παρόμοια, ἄν καί ἥσσονος δυσκολίας, εἶναι καί κάθε ἀπόπειρά μας νά ὁρίσουμε τή δική μας ἀγάπη γιά τή μάνα μας. Τό πιθανότερο εἶναι νά περιπέσουμε σέ φλυαρία προσπαθώντας νά περιγράψουμε αὐτό πού νοιώθουμε ὅλοι, ἀλλά ἀδυνατοῦμε νά τό ἐκφράσουμε μέ ἐπάρκεια.
Μέ ὅλα αὐτά θέλω νά πῶ ὅτι αὐτή ἡ ὀμολογημένη ἀδυναμία μας σέ καμιά περίπτωση δέν ἀναιρεῖ αὐτά πού αἰσθανόμαστε.
Τό ἴδιο, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, ἰσχύει καί γιά τήν φιλοπατρία πού δέν εἶναι ἐπίκτητος ἀλλά ἔμφυτος. Οἱ ἄνθρωποι δέν εἴμαστε κομῆτες. Εἴμαστε παρακλάδια. Ἔχουμε ρίζες καί φυλλώματα. Ἔχουμε μάνα, πατέρα κι ἀδελφό. Δικούς καί ξένους. Ἔχουμε βλέμματα καί χειρονομίες πού ἐνοικοῦν ἐντός μας. Ἔχουμε γλώσσα πού μᾶς συστήνει τόν κόσμο καί μᾶς σχετίζει μέ τούς ἀνθρώπους. Δέν εἴμαστε στιγμιότυπα. Εἴμαστε καταβολάδες πού χρήζουν φροντίδας. Ἐν προκειμένῳ εἴμαστε παραβλάσταρα μιᾶς πολύ παλαιᾶς ἱστορίας πού, δίχως νά νεάζει, δέν παλιώνει. Μιᾶς ἱστορίας ἀπό τά κόκκαλα βγαλμένης. Δέν εἶναι κομπασμός αὐτός. Περηφάνια εἶναι. Περηφάνια πού τό ζύγι πάντοτε ἔγερνε κατά τήν μεριά τῆς Ἐλευθερίας. Κι ὅσο δύσκολα κι ἄν ἔβγαινε τό ψωμί στόν τόπο πού μᾶς ἀνάστησε, ποτέ δέν μαγαρίστηκε ἡ μπουκιά μας. Ποτέ τό καντήλι δέν ἔμεινε σβηστό καί ποτέ δέν ἔμεινε ἀτραγούδιστη ἡ λύπη κι ἡ χαρά μας.
Παλιακά ὅλα ἐτοῦτα, ἀλλά ὅταν κατάγεσαι ἀπό τόν Μύθο, τί νά ἐπικαλεστεῖς; Τό ἰσοζύγιο πληρωμῶν ἤ τά «μέτρα οἰκοδόμησης ἐμπιστοσύνης»; Χώρια πού ἡ νοσταλγία πιστεύω ὅτι εἶναι ὅ,τι πιό ἐπίκαιρο ἔχουμε – δέν ἀφορᾶ τό παρελθόν· τό μέλλον ἀφορᾶ.
Φυσικά καί δέν ἐξαντλεῖται ἡ φιλοπατρία στήν ἐδῶ ἀμήχανη ἀπόπειρά μου, ἀλλά δέν ἔχω πρόχειρο ἄλλο τρόπο. Ὅσοι δέν πάσχουν ἀπό αὐτοπροαίρετη ὀρφάνια («στό διάολο ἡ οἰκογένεια, στό διάολο ἡ πατρίς, ἡ Ἑλλάδα νά πεθάνει νά ζήσουμε ἐμεῖς») θά ἀναγνωρίσουν στά παραπάνω κάτι δικό τους καί, πιθανῶς, θά συμπληρώσουν μέ τήν ἐμπειρία τους τήν ἀδεξιότητά μου.
Ἡ παραδοχή πάντως ὅτι ἀπό γεννησιμιοῦ μας μετέχουμε σέ σύνολα πού συγκροτοῦν κοινότητες πέριξ τοῦ ἱεροῦ, δέν εἶναι ἁπλῶς πράξη ἐντιμότητας. Εἶναι πράξη αὐτογνωσίας πού μήτε μόνους μᾶς ἀφήνει μήτε ἀφήνει τό πάνω χέρι στόν χειρότερο ἑαυτό μας.
Τά τελευταῖα χρόνια ὡστόσο ψυλλιάστηκα ὅτι ὑπάρχει σοβαρή ἀναντιστοιχία ἀνάμεσα στήν φιλοπατρία καί στόν πατριωτισμό. Καί νά τήν ἐπισημάνω αὐτή τήν ἀναντιστοιχία χωρίς περικοκλάδες: ὁ πατριωτισμός εἶναι ἕνας ἀκόμη –ισμός ἀπό τούς πολλούς πού θέλουν νά μερεμετίσουν τή ζωή μας. Εἶναι ἡ ἰδεολογικοποίηση τῆς φιλοπατρίας καί, συνήθως, ἡ ἐπίκλησή του γίνεται γιά σκοπούς, ἐντέλει, ἐλάχιστα πατριωτικούς. Καί εἶναι, κατά τήν ἐπισφαλή κρίση μου πάντοτε, ἡ ἄλλη ὄψη τῆς ἀρνησιπατρίας. Μήν μᾶς παραπλανᾶ ἡ χρήση καί ἡ κατάχρηση κάποιων στοιχείων πού συνιστοῦν τήν φιλοπατρία. Ἡ ἐργαλειοποίησή τους τήν φυραίνει καί τήν καταντᾶ συντηρητισμό. Ἡ συντήρηση πάλι δέν εἶναι ἀφ’ ἑαυτῆς κακή. Ὁ συντηρητισμός ὅμως εἶναι. Καί εἶναι κακός διότι εἶναι ἠθελημένα ἀποσπασματικός. Ἀποσπᾶ μέρη τοῦ ὅλου καί τά καθιστᾶ ὄχι ἐμβλήματα, ἀλλά εἴδωλα πέριξ τῶν ὁποίων οἰκοδομεῖ μιά αἵρεση. Τά ἀποσπασμένα μέρη, ὅμως, ὡς κομμάτια ἑνός συνόλου, δέν λειτουργοῦν μόνα τους. Ἄλλοτε λείπει ἡ μάνα κι ἄλλοτε τό παιδί. Γι’ αὐτό καί πολλοί θιασῶτες τοῦ πατριωτισμοῦ, ἐνῶ, λόγου χάριν, εἶναι ἀλειτούργητοι, δέν ἔχουν κανένα πρόβλημα μέ τήν, ἐνίοτε καρναβαλική, ὑπεράσπιση τοῦ ἐθνοθρησκευτικοῦ φολκλόρ. Τί σχέση ὅμως μπορεῖ νά ἔχει μιά ζείδωρος παράδοση μέ τή μουσειοποίησή της;
Δέν πρόκειται γιά μιά συγγνωστή, κατά τά λοιπά, ἀμυντική συμπεριφορά. Στήν πραγματικότητα πρόκειται γιά φοβική, δηλαδή μειονεκτική, συμπεριφορά πού δέν ἑδράζεται στήν πραγματικότητα ἀλλά ἐπιθυμεῖ κοντόφθαλμα νά τή φέρει στά μέτρα ἀλλότριων ἐμπειριῶν! Πρόκειται, δηλαδή, γιά νερόβραστο διανοητικό ἐπαρχιωτισμό. Σέ αὐτή τήν περίπτωση σπανίζουν οἱ ἀναφορές στήν ἐπιχώριο ἐμπειρία καί πλεονάζουν οἱ ἀναφορές στή διεθνή συντηρητική βιβλιογραφία.
Στή δική μας περίπτωση, πού δέν ἔχουμε καισαροπαπισμούς, ἔγγειο ἀριστοκρατία καί… βιομηχανικό προλεταριάτο, ἡ μετασκευή τῆς φιλοπατρίας σέ συντηρητισμό ὁδηγεῖ στόν εὐτελισμό της. Ἀπό κοινή γλώσσα γίνεται ἰδίωμα συγκεκριμένων ὁμάδων, λιγότερο ἤ περισσότερο ἀγεώργητων, πού ὀχυρώνονται σέ ἀνιστόρητες κι ἀνιστορικές ἐκφάνσεις φιλοπατρίας, ἀνάγοντάς τες σέ ἔσχατες, ὑποτίθεται, γραμμές ἀμύνης ἀλλά, ὡς χρήσιμοι ἠλίθιοι, ξιφουλκοῦν ἐν οὐ παικτοῖς, ἀνοίγοντας δρόμο στήν περαιτέρω ἀποικιοποίησή μας.
Προσπαθῶ νά πῶ ὅτι ἡ ὑποτίμηση τῆς φιλοπατρίας σέ ἕναν ἀκόμη –ισμό τή στύβει καί τήν στεγνώνει, ἐνῶ αὐτή εἶναι εὔχυμος. Καί εἶναι εὔχυμος ἀκριβῶς ἐπειδή δέν εἶναι ἀδιάβροχη. Δέν εἶναι κλειστή. Ἀλλάζει ἐνσωματώνοντας στοιχεῖα πού εἶναι συμβατά μέ τόν τρόπο της. Οἱ ἀξίες τῆς τιμῆς, τῆς ἀνδρείας καί τῆς πίστης (πού σήμερα ἠχοῦν σάν ἄγνωστες λέξεις) παραμένουν οἱ σταθερές της. Ἡ διαχρονική πορεία τοῦ Ἑλληνισμοῦ τό ἐπιβεβαιώνει. Εἴμαστε αὐτοί πού εἴμαστε ὄχι ἐπειδή ἐτεροκαθοριστήκαμε, ἀλλά ἐπειδή σέ τοῦτο τό ἁλωνάκι ἀναμετρηθήκαμε ὁλόκληροι μέ τόν χρόνο καί ὅσα κι ὅσους αὐτός μᾶς ἔφερε.
Ἄν κάτι ἔχει ἀκόμη σημασία σέ ἕνα περιβάλλον πού ἀπώλεσε τό νόημα δέν εἶναι νά φιλιώσουμε οὔτε μέ τό λίγο οὔτε μέ τή φτήνια πού μᾶς περιβάλλει. Εἶναι νά καθάρουμε τό συλλογικό μας πρόσωπο ἀπό τίς ἐπιχωματώσεις τῶν –ισμῶν. Νά γίνουμε προσκυνητές καί ὄχι περιηγητές ἑνός λιτοῦ τρόπου πού δέν ἦταν ποτέ μέ τή «σωστή πλευρά τῆς ἱστορίας» ἀλλά μέ τό δίκιο· ἑνός τρόπου πού ὅσα «τάλαρα» κι ἄν τοῦ ἔδιναν οἱ ἀργυραμοιβοί δέν καταδεχόταν νά πουλήσει τά γιερά του. Ἄν τό κάνουμε, θά ὑπηρετήσουμε τή ζωή καί τήν ὀμορφιά της. Ἀλλιῶς θά συνεχίσουμε, μέ τίς μεγάλες μας κουβέντες καί τίς μικρές μας πράξεις, νά φτιασιδώνουμε τήν ἀσχήμια τοῦ θανάτου. Καί σέ αὐτή τήν περίπτωση, πράγματι, οἱ καλπιές τῶν -ισμῶν καί ἀντίκρισμα θά ἔχουν καί δέν θά εἶναι περιττές.
περ. κοινός τ[ρόπος], τ. 3 Δεκέμβριος 2023