του Βασίλη Ζηλάκου
ΚΛΑΣΙΚΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ
Μνήμη Τάσου Γαλάτη
Απ’ το χάσμα ξεπηδώ και πάλι
στη ρευστή και άμετρη βροχή μιας φλυαρίας
όπου δεν ξεχωρίζω τις προθέσεις.
Και μόνο κάτι μικρές εκρήξεις ακούω
άδειων κουτιών με χάπια μες στο πτώμα
μηχανές, γρανάζια, όλα ’δω μου μοιάζουν διαλυμένα.
Όμως, νομίζω, τον ήλιο είδα πιο πριν να παίζει με τα φύλλα
κι έσταζε το στήθος μου ευχές, ενώ κρατούσα εις την ενθύμησή μου
την παράλληλη προς το σώμα νοητή διαγώνιο
που χώριζε αμετάκλητα τον τόπο σε δύο μέρη,
όπως συμβαίνει στον πίνακα του Τζιορτζόνε, Η αστραπή και ο στρατιώτης.
Ο μαγικός θεός ήταν, του πορφυρού δέρματος ο τόνος.
Και αχνίζοντας αρχαίους καθαρμούς, έτρωγε μύδια και ηλίανθους
ανάμεσα στη Γέλα και στον Ακράγαντα.
Τέρμα, δεν θα πω άλλα.
Τώρα περπατώ αποσπασμένος απ’ τις ώρες.
Τα δίκτυα έχουν γκρεμιστεί κι η σκιά μου με βυθίζει
στους δύσμορφους παρίες.
ΛΑΚΩΝΙΑ
Μνήμη Κυριάκου Κάσση
Έρπει στο θάνατο η Χώρα
και ο αστιβής κρυώνει στο πασκάλιο ψύχος.
Διαιρείται η διαθήκη των δέντρων.
Τσακίζει πισώπλατα.
Τρέχει τότε η πηγή κροκάτα περιλαίμια
θηκάρια με σπαθιά και χρυσά λουλούδια.
Καρφώνονται οι αετοί στις καλαμιές
και ο ποιητής ξεφυσά το ουράνιο κλέος.
Τον πάνε να μεταλάβει σε πολυτελές θρονί
που το ψηλό του δαγκώνει διάβα…
Ω, ανοίγουν τ’ άστρα και το γέμα τους σκορπούν,
τον Φάουστ, και στα σπερδούκλια ρίχνουν λίπος:
Όλες οι σπεράντζες κλαιν’ τη μοίρα του Γεμιστού –
στη σκοτωμένη νύχτα της ψυχής,
τα σπείρα των νεκρών και τις χρυσές τις κούπες.
Έρπει στο θάνατο η Χώρα.
Μέρα-νύχτα, οι ψηλές κορφές του Αη Λια
και ο παλιρρόθιος χρόνος φέρνουν την ανεξικακία
με το πεθαμένο χιόνι.
Published by