του Κωνσταντίνου Μπλάθρα
Το σκήνος του ήταν ασκητικό. Με το γκρίζο γένι του, τα φουντωτά του φρύδια, τα σκιασμένα μάτια του σφαλιστά, μα ήρεμος στην όψη, γαληνεμένος ο δάσκαλός μας, Δήμος Θέος, ζωντανή Ιστορία αυτού που ονομάστηκε «Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος», πήρε εκείνη την Τρίτη, περιστοιχισμένος από τους συγγενείς, τους λίγους εναπομείναντες φίλους και ευάριθμους μαθητές του, το δρόμο για τον άλλο κόσμο, αθέατος πλέον στους εδώ, βρίσκοντας μάλλον εκείθεν καθαρότερη τη φιλοσοφία που με παιδιάστικο πάθος την αναζητούσε δια βίου στον κόσμο αυτό. «Ο Δήμος πέρασε μια ζωή ασκητική», είχε πει πριν λίγο στην εκκλησία, ο Κώστας Φέρρης, αποχαιρετώντας τον ομογάλακτο φίλο του. Αν και φωλιάζει η υπερβολή στους επικηδείους, τίποτε πιο αληθινό απ’ αυτό, για τον άνθρωπο που εμείς τον γνωρίσαμε πιο πολύ ως δάσκαλο, νέακες του κινηματογράφου τη δεκαετία του 1990, στη Σχολή της αείμνηστης Ευγενίας Χατζίκου.
Ασκητικός και φανατικός στην προσήλωσή του στην τέχνη του κινηματογράφου, σαν κάθε αληθινό αναζητητή και δημιουργό, ο Θέος ήταν πρώτα-πρώτα υπόδειγμα βίου για όσους σκόπευαν να διαβούν τη στενή –στενότατη στα καθ’ ημάς– πύλη της κινηματογραφικής δημιουργίας. Και η συνάντηση μαζί του άλλαξε δια μιας, όχι μόνο τον τρόπο που βλέπαμε τις ταινίες, αλλά και τις αναζητήσεις μας πέρα από τις ταινίες. Ασυμφιλίωτος με τους «κατσαβιδολόγους» –λέξη του που τη θυμάμαι πάντα, για εκείνους που καταλαβαίνουν το σινεμά απλώς σαν (προηγμένη) τεχνολογία– ο αληθινός κινηματογράφος για τον Θέο, σχετίζονταν πρωτίστως με τη φιλοσοφία. Αυτή ήταν η πετριά του και αυτή την άγια πετριά του, απουσιάζουσα στο ελληνικό σινεμά, πάσχιζε να μεταδώσει στους μαθητές του, με την παθιασμένη, ακούραστα εριστική χάριν της αλήθειας, όρεξή του για μακρές συζητήσεις. Μια πολύ ζωντανή εικόνα του Θέου, όπως τον γνωρίσαμε, βρίσκουμε σε μια έκδοση για τον ελληνικό κινηματογράφο, από την εποχή που γύριζε τη Διαδικασία (1976): «Ο Δημοσθένης Θέος είναι ένας άνδρας φορτισμένος με τον ηλεκτρισμό των απόψεών του, που τις εκφράζει και εκφράζεται με φανατισμό παραπλήσιο ενός θρησκευόμενου ζηλωτή. Καθώς οι ιδέες του γίνονται υψηλότερες, σχεδόν τον βλέπεις να τις φθάνει, μοιάζοντας πολύ με έναν τραγουδιστή που ακολουθεί μια ψηλή νότα. Αν δεν υπάρχει χιούμορ να ελαφρύνει το αποτέλεσμα, η δική του έξαψη και η ειλικρίνεια γίνεται ευχάριστα μεταδοτική»[1].
Δεν θα κάνω πλήρη αποτίμηση ή λεπτομερή καταγραφή του έργου του[2]. Ο Θέος ανήκει σε μια γενιά κινηματογραφιστών, που πρωτοδούλεψε στα στούντιο του μεταπολεμικού λαϊκού κινηματογράφου, του Φίνου κυρίως, αλλά άπλωσε την αναζήτησή της σε έναν διεθνή κινηματογράφο, που τότε ήταν ιδιαίτερα δημοφιλής, όπως ο ιταλικός νεορρεαλισμός ή που έκανε τη δειλή εμφάνισή του στο ελληνικό κοινό, όπως ο κινηματογράφος του Μπέργκμαν, του Αντονιόνι, ή οι ταινίες της γαλλικής νουβέλ-βαγκ, του σοβιετικού ή του βρετανικού ρεαλισμού. Η ιδιαιτερότητα του Θέου ήταν ακριβώς αυτή η πυρετώδης αναζήτησή του, που πάσχιζε να συμφιλιώσει όλον αυτό τον θαυμασμό για έναν κινηματογράφο στοχαστικό με μια ελληνικότητα όχι «εθνική», αλλά καταστατική του δυτικού πολιτισμού. Η αποτύπωση όλης αυτής της αναζήτησης στα έργα του ήταν εν μέρει αμήχανη και είχε, όπως ήταν αναμενόμενο, άνισα αποτελέσματα. Έτσι, τα έργα του παραμένουν εν πολλοίς, αδίκως, άγνωστα. Τη Διαδικασία, φερ’ ειπείν, την είδαμε, ακόμα και εμείς οι μαθητές του, για πρώτη φορά στο αφιέρωμα της «Αλκυονίδας», τον Μάιο του 2015. Οι μεγάλες δυσκολίες παραγωγής που αντιμετώπιζε, τα χρέη που τον έσφιγγαν σε όλη του τη ζωή, συναντούσαν την επίσης μεγάλη δυσκολία πρόσληψης των ιδεών και των αναζητήσεών του από έναν απαίδευτο κινηματογραφικά θεατή –καταστάσεις που αφόπλισαν και τους άλλους της γενιάς του, που, παρά τη σπουδαιότητα όσων προτείνουν, κρατήθηκαν μακρυά από το μεγάλο κοινό: ο Τάκης Κανελόπουλος, ο Αλέξης Δαμιανός, ο Σταύρος Τορνές, ο Κώστας Σφήκας κ.ά., με μοναδικό σχεδόν τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, μαζί με τον Νίκο Κούνδουρο και τον Κώστα Φέρρη να ξεφεύγουν από αυτή τη μοίρα.
Στα επιτεύγματά του, ωστόσο, και στις πολύτιμες ταινίες του ελληνικού σινεμά θα συγκαταλέγονται πάντα το Κιέριον (1968), η Φόνισσα (1974), που έκανε μαζί με τον Κώστα Φέρρη, ενώ η ένταση του πειραματισμού του και η δική του πρόταση για την ελληνικότητα θα κρατήσουν στη μνήμη της ελληνικής οθόνης τη Διαδικασία και τον Καπετάν Μεϊντάνο (1987), όπως και τα ντοκιμαντέρ του για την τηλεόραση. Μαζί και τα πρωτότυπα δοκίμιά του, που υπομνηματίζουν την –κάποτε χαοτική– σκέψη του: Φορμαλισμός. Γλώσσα-λογοτεχνία-κινηματογράφος (Αιγότερως, 1981), Εικόνες, ο δογματικός ιστός και η ευχαριστηριακή φυσιογνωμία της αγιογραφίας (Αιγόκερως, 1985), Το αισθητικό και το ιερό, από τον Alberti στον Lessing (Αιγόκερως, 1988) και το πρόσφατο, που απηχεί εν μέρει τις παραδόσεις του δασκάλου Θέου στη Σχολή Χατζίκου, Ο κινηματογράφος ως μαθητεία και βίωμα (New Star, 2015).
«Ανυπακοή, εγκλεισμός, εκτέλεση» είναι το «καταστασιακό τρίπτυχο» του έργου μου, λέει ο ίδιος, σε απόσπασμα της συζήτησης που είχαμε στο αφιέρωμα στο σύνολο του έργου του, στην «Αλκυονίδα», τον Μάιο του 2015, προσπαθώντας να το εξηγήσει με αναφορά στον συντοπίτη του μάρτυρα άγιο Σεραφείμ, επίσκοπο Φαναρίου, στον Αλμπέρ Καμύ της Πανούκλας και του Ξένου, στον πλατωνικό Παρμενίδη φυσικά, και στο μύθο του Ορφέα και της Ευρυδίκης, χαρτογραφώντας παράλληλα όλο το εύρος των αναζητήσεών του: Ανυπακοή στην καθεστηκυία τάξη-συνθήκη του κόσμου, εγκλεισμός-φυλάκιση, ως συνέπεια, στο κελί του στοχασμού ενώπιον του επικείμενου θανάτου και μέσα από αυτή την πορεία, οι συνέπειες, η εκτέλεση, δηλαδή ο θάνατος και συνεκδοχικά –νομίζω έχουμε δικαίωμα να προεκτείνουμε– η εμφάνιση του αποτυπώματος αυτής της πορείας μέσα στην Ιστορία, μέσα από το έργο (τέχνης, εν προκειμένω)[3].
Θυμόμαστε αυτή την τελευταία του, συνεσταλμένη επαφή με την κινηματογραφική αίθουσα. Ο λόγος του, απαράλλαχτος όπως τον γνωρίσαμε, πάντοτε αινιγματικός και γριφώδης, πάντα βαθύς και γοητευτικός. Ο Δημοσθένης Θέος ταξίδεψε ως Ελεάτης ξένος –κατά την τελευταία του ταινία (1996)–, πλέοντας στον άνω βυθό, στις 28 Οκτωβρίου 2018. Γεννήθηκε στην Καρδίτσα στις 10 Οκτωβρίου 1935 και έγινε εμβληματική –παπαδιαμαντικής κοπής– μορφή του «Νέου Ελληνικού Κινηματογράφου». Το Κιέριόν του, που εκτός των άλλων, είναι ένα προσκλητήριο ζώντων και τεθνεώτων κινηματογραφιστών, οι οποίοι εμφανίζονται στα καρέ του, είναι αφορμή για τον Κώστα Φέρρη στον επικήδειό του να δηλώσει αυτό που δεν το λέει φωναχτά: Η κηδεία του «σκηνοθέτη, συγγραφέα, βιβλιοπώλη», κατά wikipedia, κινηματογραφιστή εν γένει –μοντέρ, βοηθού σκηνοθέτη, διευθυντή παραγωγής– και, κυρίως δασκάλου, Δημοσθένη Θέου ήταν ένα τέλος εποχής.
Ας είναι αναπαυμένος και η μνήμη του αιωνία.
1. Mel Schuster, The Contemporary Greek Cinema, London 1979, σελ. 127.
2. Αναλυτική εργοβιογραφία του σκηνοθέτη, καθώς και μία εκτενής συνέντευξή του στο: Κωνσταντίνος Μπλάθρας, Φώτα, ήχος, πάμε, δέκα σκηνοθέτες μιλούν, εκδόσεις Μαΐστρος, Αθήνα 2003, σσ. 159-194.
3. Ο ίδιος εξηγεί αυτό το τρίπτυχο σε συνέντευξή του, στο Δήμος Θέος, Ο κινηματογράφος ως μαθητεία και βίωμα, επιμέλεια-πρόλογος Γ. Γεράσης, εκδόσεις New Star, Αθήνα 2015, σ. 149.
άΠΕΙΡΟΣ χΩΡΑ, τ. 2
Published by